Πεντακόσια χρόνια πριν, το ρυπαρό τσούρμο του τυχοδιώκτη Χριστόφορο Κολόμπο, πατούσε για πρώτη φορά το πόδι του σε εκείνη την απέραντη χώρα που αποκλήθηκε, από τον πολιτισμό του οποίου αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή, «Νέος Κόσμος». Ο ρημαγμένος από τα προϊόντα του και τα παιδιά του «δυτικός» χριστιανικός πολιτισμός κατάφερνε για πρώτη φορά στην -υπερχιλιόχρονη τότε- Ιστορία του, να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του εκείνο που μάταια πέντε αιώνες αργότερα θα επιχειρήσει να ανανεώσει στοχεύοντας αυτή τη φορά προς το αχανές διάστημα: να εξάγει την παραφροσύνη του, τη βία, την πλιατσικομανία του, το δουλεμπόριό του, την εξουσιομανία του, τη θεοκρατία και δεισιδαιμονία του, καθώς κι εκείνη την έμφυτη και χαρακτηριστική τάση του για οικοκτονία και γενοκτονίες προς ένα νεοανακαλυφθέν παρθένο «πέρα εκεί». Την πρώτη φορά πέτυχε ολοκληρωτικά. Την δεύτερη εισέπραξε μόνο ηχηρά χαστούκια.
Εκείνη την «πρώτη φορά» λοιπόν, την… παρθενική όψη του σκηνικού διατάρασσε η παρουσία των ιθαγενών λαών, που με αξιόλογους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης και κουλτούρες κατά πολύ ευγενέστερες των «ευρωχριστιανικών», είχανε κάνει το έγκλημα να κατοικήσουνε από τα πανάρχαια χρόνια σε εκείνα τα νέα χωράφια και οικόπεδα των «δυτικών» αρχόντων και ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Μία ανείπωτη σφαγή και γενοκτονία ακολούθησε τις αρχικές υποτίθεται «καλόκαρδες» χειραψίες των συφιλιδικών «εξερευνητών» με τους άπειρης ομορφιάς φυσικούς κατοίκους της «Νέας Γής», που κι αυτές ωστόσο τους είχαν θερίσει, καθώς τα παρθένα από ιούς κορμιά τους βομβαρδίστηκαν μονομιάς από τις αμέτρητες αρρώστιες που κουβαλούσαν πάνω τους οι «πολιτισμένοι» που χαν έρθει από τ’ ανατολικά.
Πέντε αιώνες μετά από εκείνη την «άφιξη», η πλειοψηφία της κόκκινης φυλής έχει εκλείψει από τον ανθρωπογεωγραφικό χάρτη. Το ίδιο και η πατρίδα γή τους, έχει «αναμορφωθεί» και συνεχίζει σε ακόμα ταχύτερους ρυθμούς να «αναμορφώνεται» από τον «δυτικό» πολιτισμό που στο βόρειο σημείο της είχε μάλιστα την έμπνευση να εγκαθιδρύσει τη Νέα Σύγχρονη Ρώμη, που από εκεί, το οικοκτόνο Κεφάλαιο, δίκην πλανητάρχου, εξουσιάζει στις μέρες μας την υδρόγειο ολόκληρη. Στα νότια της πρώην «Νέας Γης», η κερδοσκοπική παραφροσύνη του «νικητή» homo-καπιταλιστή σαρώνει τα ελάχιστα εναπομείναντα βροχοδάση του πλανήτη για να τα –ναι, σωστά μαντέψατε τον όρο- «βελτιώσει», δηλαδή να τα εκμεταλλευθεί. Επαληθεύοντας την πρόβλεψη ενός γνωστού αντικρατιστή του περασμένου αιώνα, το νικηφόρο Κεφάλαιο δολοφονεί ό,τι έχει απομείνει από τη νικημένη Ανθρωπότητα. Ωστόσο, κανείς μας δεν μοιάζει να το έχει αντιληφθεί αυτό, όσο τουλάχιστον θα’ πρεπε. Αντίθετα, οι εκατομμύρια ανά τον πλανήτη «ηλίθιοι που κυβερνιώνται», μοιάζει να έχουνε ερμηνεύσει την πρόσφατη ολοσχερή χρεωκοπία και κατάρρευση μίας σειράς καθεστώτων γραφειοκρατικού και κρατίστικου Καπιταλισμού σαν τον… θρίαμβο τάχα του «δυτικού» καπιταλιστικού πολιτισμού και του συγκεκριμένου είδους καπιταλισμού που αυτός ευαγγελίζεται κι εκφράζει. Μόνο που δεν έχει απομείνει μία επί Γης άλλη παρθένα «Νέα Γή», και, αποδεδειγμένα, δεν διαθέτουμε τους όρχεις να ξεκολλήσουμε από αυτό τον πλανήτη. Είμαστε υποχρεωμένοι να σαπίσουμε εδώ. Αηδιαστικοί άρπαγες, ζητώντας τα όλα, δίχως να προτιθέμεθα να δώσουμε το παραμικρό. Παριστάνοντας πως αγνοούμε ότι «δεν υπάρχει τσάμπα φαϊ», φορώντας μπλουζάκια με την φρικτή αστερόεσσα και προσκυνώντας κάθε γενοκτονία και μιλιταρισμό. Το φαρισαϊκό μας ενδιαφέρον για τους Ινδιάνους, «τους κακόμοιρους Ινδιάνους που χάθηκαν» και άλλα μελοδραματικά, ένα ενδιαφέρον που εξαντλείται στο να πάμε να δούμε και εμείς το «Χορεύοντας Με τους Λύκους» και άλλες «προοδευτικές καλλιτεχνικές δημιουργίες πάνω στο θέμα αυτό», δεν είναι παρά ένα γελοίο και χιλιοτρυπημένο άλλοθι. Πώς μπορούμε να νοιώσουμε συμπάθεια για κάτι που αναντίρρητα δεν το κατανοούμε; Πώς μπορούμε από την άλλη να καταδικάσουμε κάτι που μέσα στην αγκαλιά του μεγαλώσαμε και που απ’ το σιχαμένο του στήθος βυζαίνουμε αμετανόητα το… «επίπεδο της ζωής μας» ;
Χρειάστηκε μία, προ πενταετίας πολύ σύντομη επαφή του γράφοντος με Ινδιάνους «medicine men» για να πέσουνε όλοι οι πολιτιστικοί φερετζέδες του χριστιανοδυτικού πολιτισμού και να ανοίξουνε διά παντός τα μάτια του νού του. Υπήρξε από εκεί και πέρα κυριολεκτικά απέραντη η συντριβή μου κάθε φορά που κοιτάζοντας το χρώμα του πετσιού μου συνειδητοποιούσα πως ήταν το ίδιο με το πετσί του κτηνώδους, δεισιδαίμονα, άρπαγα και βλάκα, χριστιανού βαρβάρου που εκείνοι γεμάτοι στωϊκότητα εξακολουθούσαν ν’ αποκαλούν κατ’ ευφημισμό «Λευκό Άνθρωπο».
Μην αισθάνεστε οίκτο για τους Ινδιάνους. Εξοντώθηκαν πολεμώντας απελπισμένα μεν, αλλά περήφανα όπως είχανε μάθει να ζούνε επί αιώνες. Η γενοκτονία, οι εκτοπισμοί, οι υποχρεωτικές στειρώσεις, οι απαγωγές των παιδιών τους, οι φυλακίσεις, η στέρηση των πολιτικών και αστικών τους δικαιωμάτων, τα λυντσαρίσματα, η ανεργία, ο αλκοολισμός, η εξαθλίωση, τα πυρηνικά απόβλητα, θα ολοκλήρωναν απλώς το «Μεγάλο Έργο» τού επίσης «μεγάλου» «Λευκού Ανθρώπου»…
Μην αισθάνεστε οίκτο για του Ινδιάνους. Ας φυλάξουμε τον οίκτο μας, για εμάς.
Βλ. Ρασσιάς, 1991